Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Tο παραδεισένιο Πήλιο

Tο μικρό τρένο που μας πάει από το µόλο στις Μηλιές του Πηλίου δεν έχει το όμοιό του. Θυμίζει τις ταχυδρομικές άμαξες του παλιού καλού καιρού. Δεν έχει την ακρίβεια ούτε και την περηφάνια εκείνη των μεγάλων εξπρές*, που ξεκινάνε και σταματούν σαν ανυπόμονα άλογα. Δεν έχει καν το ύφος ότι εκτελεί συγκοινωνία. Θαρρείτε πως βγήκε περίπατο για τη δική του ευχαρίστηση. Πηγαίνει αργά - σα για να χαρεί περισσότερο τη φύση και τον ανοιξιάτικο ήλιο. Σταματάει κατά το κέφι του - σα για να θαυμάσει μια ωραία θέα. Και στους μικρούς σταθμούς, όπου ξαποσταίνει, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα φιλική και εγκάρδια.  
Στους σταθμούς αυτούς είναι ανθισμένα πεζούλια, καφενεδάκια κάτω από πανύψηλες λεύκες, κόσμος που γνωρίζεται με τον κόσμο του τρένου. Αρχίζουν λοιπόν ατέλειωτες κουβέντες, ο μοναδικός υπάλληλος του τρένου παίρνει παραγγελίες και καλάθια για τον παραπέρα σταθμό, ένας ρομαντικός ταξιδιώτης κατεβαίνει να κόψει λουλούδια των χωραφιών, άλλοι παραγγέλνουν καφέ... Tο μικρό τρένο δίνει σ’ όλους καιρό για όλ’ αυτά. Κι όταν σφυρίζει, δεν είναι για ν’αναγγείλει ασυζήτητα ότι φεύγει, αλλά για να ρωτήσει : «Έ, τι λέτε; Πάμε τώρα;». Κι αν κανείς δεν έχει τελειώσει ακόμα το μικρό τρένο τον περιμένει. Δε βιάζεται!
Κι αλήθεια: γιατί να βιαστεί; θα ήταν ανόητο. Είναι τόσο ωραία όλα: το ανοιξιάτικο πρωί, η φύση, ο Παγασητικός... Tόσο ωραία! Πουθενά αλλού δε θα ’βρισκε κανείς τόση ομορφιά συνδυασμένη με τόση πραότητα* και ειρήνη! Όλη η φύση, από το µόλο στις Μηλιές, έχει μια κυριακάτικη εμφάνιση. Όλα είναι καθαρά στα μικρά χωριά που περνάμε - Αγριά, Λεχώνια - όλα είναι γιορταστικά στα χωράφια, στο φως, στα νερά του κόλπου! Στ’ ακροθαλάσσι, μπρος στη φωτεινή, την ονειρεμένη γαλήνη του Παγασητικού, βλέπεις γέρικες βάρκες ξεχασμένες σε μια γλυκιά υπνηλία. Κάτω από τις ασημένιες ελιές βόσκουν νωθρά κοπάδια προβάτων. Σ’ όλο το μάκρος του δρόμου κυλάνε ρυάκια ανάμεσα από παπαρούνες και χαμομήλια. Οι κερασιές είναι ανθισμένες, κι ο ανοιξιάτικος αέρας είναι γεμάτος ευωδίες. Θεία πραότητα είναι διάχυτη παντού. Κι ο Bρυχών*, μέσα στην κοίτη των λευκών γυαλιστερών χαλικιών του, δεν έχει τίποτα από την τρομερή εντύπωση που υποβάλλει τ’ όνομά του: αντί να βρυχάται*, κυλάει φλυαρώντας προς τη γαλανή θάλασσα...
Tα μέρη αυτά, που ο Ιάσων τ’ άφησε για να φύγει με την Αργώ του, αξίζουν όλες τις Κολχίδες που ξεκίνησε ν’ ανακαλύψει. Η ευλογημένη καρπερότητα της γης, το χρυσό φως που λούζει τα πάντα και η απέραντη ειρηνική ομορφιά των βουνών και των νερών όλα προσκαλούν σε διαμονή και όχι σε αναχώρηση...  
Tο μικρό τρένο ανηφορίζει τώρα στην πλαγιά του Πηλίου. Η θέα, όσο πάει, γίνεται πλατύτερη ως που στο τέλος απλώνεται από κάτω μας σαν από αεροπλάνο. Ο Παγασητικός λάμπει ολόκληρος σαν ένας χρυσός καθρέφτης. Ένας απέραντος ελαιώνας ροβολάει προς τη θάλασσα, γεμάτος ασημένια ειρήνη. Ανάμεσα στις ελιές κοκκινίζουν σαν παπαρούνες οι στέγες διασκορπισμένων εξοχικών σπιτιών. Ένα μεγάλο ευτυχισμένο φως λούζει τα πάντα. Και γύρω μας ξετυλίγεται αδιάκοπα η βλάστηση του βουνού: σφεντάμι*, θυμάρια, αγριολούλουδα, ρόδινες αγριοχαρουπιές και δροσερά πλατάνια, που φουντώνουν στις ρεματιές όπου κατρακυλούν γάργαρα τραγουδιστά νερά. Ο γλυκός αέρας έχει ένα άρωμα θυμαριού και λεβάντας. Θα ’λεγε κανείς να μην τελειώσει ποτέ μια τέτοια διαδρομή.
Κώστας Ουράνης, Tαξίδια στην Ελλάδα
βιβλιοπωλείον της Εστίας,
Αθήνα, 1955 (διασκευή)

* πραότητα: ηρεμία, γαλήνη
* εξπρές: τρένα που αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα
* Bρυχών: ποτάμι του Πηλίου
* βρυχάται: μουγκρίζει
* σφεντάμι: δέντρο ή θάμνος με ανθεκτικό ξύλο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Νίκων ο Μετανοείτε, Στυλιανός ο Παφλαγών, Αλύπιος ο Κιονίτης: τρεις βίοι για το Βυζάντιο Τα βιβλία της Μαυροειδή Τα Γεροντικά Πηγές...