http://www.thetoc.gr/magazine/parathura-me-thea-sto-elliniko-kalokairi
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018
Κώστας Ουράνης
“Χιόνια στην Πάρνηθα του 1930″
Πριν το χιόνι να μαζέψει τις τέντες του και να χαθεί, το ίδιο άξαφνα και μυστηριώδικα όπως ήρθε, οι Αθηναίοι που έχουν αυτοκίνητα έτρεξαν να χαρούν την παραμυθένια αυτή παρουσία… Τις δύο – τρεις τελευταίες αυτές μέρες ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος της Πάρνηθος παρουσίαζε τις πρώτες απογευματινές ώρες μια μεγάλη κίνηση ανοιχτών και κλειστών αυτοκινήτων – από τις πολυτελείς “Πακάρ” ίσαμε τις κατσαριδοειδείς “Μόρις”.
Όσο ανεβαίναμε τα χιόνια πλήθαιναν. Στα παραπέτα και στις στροφές του δρόμου οι σωροί τους έφθαναν ως τα γόνατα και τ’ αυτοκίνητα περνούσαν ανάμεσα στις δύο μαύρες γραμμές που είχαν χαράξει μέσα στα χιόνια τ’ άλλα αυτοκίνητα, που είχαν προηγηθεί. Ο αέρας τώρα ήταν δροσερότατος – χωρίς να γίνει ούτε στιγμή παγερός. Διάφοροι, που φοβήθηκαν ν’ ανεβούν ως το τέρμα του δρόμου, μήπως και τ’ αυτοκίνητά τους κολλήσουν στα χιόνια, είχαν σταματήσει στις τελευταίες στροφές και χαίρονταν το ονειρικό θέαμα των άσπιλων χιονιών που αστραποβολούσαν παντού μέσα στον ήλιο. Άλλοι έπαιρναν φωτογραφίες, άλλοι έπαιζαν χιονιές, άλλοι φόρτωναν τις βαθμίδες του αυτοκινήτου τους με χιόνια, για να τα μεταφέρουν… σαν δείγμα στα σπίτια τους, κι άλλοι τσαλαβουτούσαν ίσαμε τα γόνατα μέσα στο στρώμα του χιονιού με παιδική χαρά… Ήταν ακόμα κι άνθρωποι που είχαν εκδράμει πεζή στις κορυφές της Πάρνηθος από το πρωί – και που γυρνούσαν την ώρα εκείνη, ντυμένοι σαν αλπινιστές, μ’ ένα σάκκο τρόφιμα στον ώμο κι ένα μυτερό μπαστούνι στο χέρι.
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ “ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
“Υπαίθρια εξοχικά κέντρα”
Τα υπαίθρια εξοχικά κέντρα! Πόσες εκατοντάδες να υπάρχουν; Πόσες χιλιάδες; Να μια στατιστική που κανένας δε σκέφθηκε να κάνει και που εν τούτοις θα ‘χε ενδιαφέρον γιατί θα μπορούσαν να βγουν ένα σωρό συμπεράσματα – ακόμα και κοινωνικά… Οπωσδήποτε είναι βέβαιο ότι υπάρχουν άπειρα. Τα συναντάτε στο δρόμο σας, πολυαριθμότερα κι από σαλιγκάρια ύστερα από βροχή, οποιαδήποτε κατεύθυνση κι αν πάρετε με τ’ αυτοκίνητο. Δεν υπάρχει τόσο στις ακτές της Αττικής, όσο και στα Μεσόγεια, ένα απόκεντρο μέρος, που να μη δείτε εγκαταστημένο ένα από τα “κέντρα” αυτά…
Σ’ όλο το δρόμο που φέρνει στη Βάρκιζα δεν κάνετε άλλο, παρά να συναντάτε, γραμμένη στους τοίχους των καλυβιών, τη ρεκλάμα αυτή: “Μπαρ Τρεζολί. Βάρκιζα”! Μπαρ στη Βάρκιζα και μάλιστα “τρεζολί” – τι ευχάριστη έκπληξη, λέτε. Πηγαίνετε, χαλάτε τον κόσμο σ’ αναζήτησή του, κι επιτέλους ανακαλύπτετε ότι το ρεκλαμαρισμένο “μπαρ” δεν είναι -κι αυτό- παρά μια μικροσκοπική παράγκα, σκεπασμένη με ξερά κλαριά πεύκου και όμοια με κιβωτό του Νώε, γιατί μέσα της ζουν αρμονικά και φύρδην – μίγδην ο καταστηματάρχης, η οικογένειά του, οι κότες του, ένα σκυλί, άπειρες μύγες, μερικοί άδειοι ντενεκέδες βενζίνης, δυο βαρέλια, μια φουφού και διάφορα άλλα ζωντανά ή άψυχα είδη. Εννοείται ότι το μόνο είδος που βρίσκετε στο τρεζολί μπαρ είναι λίγη ρετσίνα – που άλλοτε προσφέρεται σαν σώσμα κι άλλοτε σαν γιοματάρι, χωρίς βέβαια αυτό ν’ αλλάζει την ποιότητά της, που είναι άθλια…
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ “ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
“Τέμπη”
Ο δρόμος που διασχίζει τα Τέμπη είναι στο πλευρό της Όσσας, γιατί ο Όλυμπος πέφτει εντελώς κάθετος, μόλις αφήνοντας λίγη θέση στη σιδηροδρομική γραμμή. Η λέξη “δρόμος” είναι ευφημισμός. Το πολύ πολύ μουλαρόδρομος. Εγώ τον πέρασα με …αυτοκίνητο. Η εξήγηση είναι ότι το αυτοκίνητο δεν ανήκε στο σωφέρ που το οδηγούσε. Έτσι κανείς φόβος να το ιδεί να εξαρθρώνεται σε κομμάτια δεν τάραζε το φλέγμα, με το οποίο το περνούσε από ακροβατικούς κατηφόρους κι ανηφόρους, από κοτρώνια που τα ‘χαν κυλήσει οι χείμαρροι, ανάμεσα από κλώνους που έξυναν τη μπογιά του, πάνω από ξερές κοίτες όπου οι ρόδες του γλιστρούσαν στα χαλίκια και σε πλαγιές που το σάπιο χώμα τους απειλούσε να συμπαρασυρθεί μαζί με το αυτοκίνητο.
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ “ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
Σ
“Η Καλαμάτα του 1930″
Η πόλη είναι πάνω στην ανάπτυξή της. Το λιμάνι της είναι πιο ζωντανό από της Πάτρας, το εμπόριο σημαντικό, τα υποκαταστήματα των Τραπεζών αφθονούν – και τη νιώθετε ανυπόμονη ν’ απλωθεί και να συγχρονισθεί πολύ περισσότερο. Χτίζονται σπίτια από μπετόν, δρόμοι ασφαλτοστρώνονται, οι κεντρικές αρτηρίες παρουσιάζουν ζωηρή κίνηση και οι κάτοικοι ζητάν μεγάλα δημόσια έργα: να μεγαλώσει το λιμάνι, να τακτοποιηθεί η κοίτη του Νέδωνα…
Τις τρεις μέρες που έμεινα στην Καλαμάτα τις πέρασα μεταξύ της συντροφιάς ενός ντόπιου τραπεζίτη και της συντροφιάς ενός ντόπιου, επίσης, ποιητή. Ο πρώτος ήταν η σύνθεση της σύγχρονης πόλης: άνθιζε σε στρογγυλότητες, αυτοπεποίθηση και κυριαρχικότητα και δε σκεφτόταν παρά την καλοζωία. Με πήγε ένα βράδυ με το αυτοκίνητό του, από μια μεγάλη ασφαλτοστρωμένη λεωφόρο, σ’ ένα παράλιο κέντρο, που τα τραπεζομάντηλά του άσπριζαν κάτω από τα πράσινα φυλλώματα ηλεκτροφωτισμένων δέντρων – κι εκεί μου παράθεσε ένα πλούσιο γεύμα. Ο δεύτερος ήταν απλός, σιωπηλός και μελαγχολικός, όπως το παρελθόν. Μαζί του γύρισα τους μικρούς δρόμους της παλιάς Καλαμάτας και σεργιάνισα στην κεντρική πλατεία, που δεν είναι παρά ένας πολύ φαρδύς δρόμος, ακανόνιστος και γεμάτος από τη γραφική κίνηση ενός υπαίθριου λαχανοπάζαρου και γυναικών του λαού με μαύρα τσεμπέρια και παρδαλά φορέματα, που γεμίζουν τα βαρελάκια τους και τις στάμνες τους από τα μεγάλα δημόσια πηγάδια που χάσκουν στη μέση της πλατείας.
Τις τρεις μέρες που έμεινα στην Καλαμάτα τις πέρασα μεταξύ της συντροφιάς ενός ντόπιου τραπεζίτη και της συντροφιάς ενός ντόπιου, επίσης, ποιητή. Ο πρώτος ήταν η σύνθεση της σύγχρονης πόλης: άνθιζε σε στρογγυλότητες, αυτοπεποίθηση και κυριαρχικότητα και δε σκεφτόταν παρά την καλοζωία. Με πήγε ένα βράδυ με το αυτοκίνητό του, από μια μεγάλη ασφαλτοστρωμένη λεωφόρο, σ’ ένα παράλιο κέντρο, που τα τραπεζομάντηλά του άσπριζαν κάτω από τα πράσινα φυλλώματα ηλεκτροφωτισμένων δέντρων – κι εκεί μου παράθεσε ένα πλούσιο γεύμα. Ο δεύτερος ήταν απλός, σιωπηλός και μελαγχολικός, όπως το παρελθόν. Μαζί του γύρισα τους μικρούς δρόμους της παλιάς Καλαμάτας και σεργιάνισα στην κεντρική πλατεία, που δεν είναι παρά ένας πολύ φαρδύς δρόμος, ακανόνιστος και γεμάτος από τη γραφική κίνηση ενός υπαίθριου λαχανοπάζαρου και γυναικών του λαού με μαύρα τσεμπέρια και παρδαλά φορέματα, που γεμίζουν τα βαρελάκια τους και τις στάμνες τους από τα μεγάλα δημόσια πηγάδια που χάσκουν στη μέση της πλατείας.
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ “ΤΑΞΙΔΙΑ – ΕΛΛΑΔΑ” Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
“Μυτιλήνη”
Η πόλη της Μυτιλήνης είναι από τις πιο σύνθετες που έχω ιδεί, ύστερα από το Αλγέρι. Υπάρχουν σ’ αυτή τρεις πόλεις, καθεμιά με το δικό της χαρακτήρα: μια ανατολίτικη, μια ελληνική και μια ευρωπαϊκή.
Η “ελληνική” πόλη είναι η πόλη των τραπεζιτικών υποκαταστημάτων, των γραφείων, των κοινοτικών ιδρυμάτων, της εμπορικής και λιμενικής κίνησης, των καφενείων που διαδέχονται το ένα το άλλο – μια πόλη δίχως χάρη, μ’ ένα θέατρο που θα μπορούσε κανείς να το πάρει για αποθήκη ξυλείας, μ’ ένα πάρκο που έχει περισσότερες καρέκλες μικοκαφενείων παρά δέντρα, μια πόλη που περιμένει ακόμα να γίνει πόλη. Τη βρήκα χωρίς ηλεκτρικό φως -γιατί το εργοστάσιο είχε καεί-, να ψήνεται κάτω από έναν ανήλεο ήλιο, με το λιμάνι της -που ετοιμάζουν τη διαρρύθμισή του- άδειο από καράβια και πεσμένο σε μαρασμό εξαιτίας της μεγάλης υποτίμησης του κυριότερου προϊόντος του νησιού, του λαδιού, στις ξένες αγορές.
Η θέα απλώνεται σ’ όλο το ήσυχο και φωτεινό λιμάνι της Μυτιλήνης και στην “ευρωπαϊκή” συνοικία, που την αποτελούν ωραίες επαύλεις σκαρφαλωμένες ως τα μισά μιας πλαγιάς και περιτριγυρισμένες από μεγάλους κήπους και περιβόλια. Στρέφοντας κανείς το μάτι στο απέναντι μέρος αυτού του οράματος της ομορφιάς και της οργιαστικής πρασινάδας, διακρίνει κατακάθαρα τις μικρασιατικές κηλίδες που κάνουν τα σπίτια μιας κωμόπολης που οι κάτοικοί της ήταν όλοι Έλληνες πριν από την καταστροφή.
Τι θα είναι η νοσταλγία κι ο κρυφός καημός των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων που ζουν σήμερα στη Μυτιλήνη, όταν βλέπουν κάθε μέρα, έτσι κοντά αντίκρυ τους, την πατρίδα τους, τη γη των προγόνων τους και των τάφων τους, που την παράτησαν σε μιαν αξιοθρήνητη έξοδο και που τους είναι για πάντα απαγορευμένη!…
Σα να μην αρκούσε το ψυχικό αυτό μαρτύριο, οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι ζουν ακόμα εδώ μια ζωή γεμάτη αθλιότητα και αγωνία, γιατί το πρόβλημα της αποκατάστασής τους δεν έχει ακόμα λυθεί. Χιλιάδες απ’ αυτούς ζουν στριμωγμένοι στα πόδια του κάστρου και στο μάκρος του παλιού λιμανιού, στη συνοικία που ζούσαν άλλοτε οι Τούρκοι, κι η ζωή τους αντιγράφει τόσο πιστά τη ζωή εκείνων, που παραξενεύεται κανείς, χωρίς να το θέλει, βλέποντας χωροφύλακες αντί ζαπτιέδες ή διαβάζοντας στην πόρτα ενός τζαμιού την επιγραφή Πωλείται άχυρον!…
Τι θα είναι η νοσταλγία κι ο κρυφός καημός των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων που ζουν σήμερα στη Μυτιλήνη, όταν βλέπουν κάθε μέρα, έτσι κοντά αντίκρυ τους, την πατρίδα τους, τη γη των προγόνων τους και των τάφων τους, που την παράτησαν σε μιαν αξιοθρήνητη έξοδο και που τους είναι για πάντα απαγορευμένη!…
Σα να μην αρκούσε το ψυχικό αυτό μαρτύριο, οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι ζουν ακόμα εδώ μια ζωή γεμάτη αθλιότητα και αγωνία, γιατί το πρόβλημα της αποκατάστασής τους δεν έχει ακόμα λυθεί. Χιλιάδες απ’ αυτούς ζουν στριμωγμένοι στα πόδια του κάστρου και στο μάκρος του παλιού λιμανιού, στη συνοικία που ζούσαν άλλοτε οι Τούρκοι, κι η ζωή τους αντιγράφει τόσο πιστά τη ζωή εκείνων, που παραξενεύεται κανείς, χωρίς να το θέλει, βλέποντας χωροφύλακες αντί ζαπτιέδες ή διαβάζοντας στην πόρτα ενός τζαμιού την επιγραφή Πωλείται άχυρον!…
Σεβαστή διαμάχη
Όλα ξεκίνησαν με ένα χρονογράφημα του Παύλου Νιρβάνα στη Νέα Εστία (1/3/1934), στο οποίο ο Νιρβάνας διατύπωνε αντιρρήσεις για την προσφώνηση “σεβαστός”, την οποία χρησιμοποιούσαν αρκετοί συνάδελφοί του όταν απευθύνονταν στον ίδιο:
Ένας αγαπητός -όχι σεβαστός- συνάδελφος μούλεγε αυτές τις μέρες:
-Δεν καταλαβαίνω τι έχουν πάθει όλοι οι συγγραφείς που μου κάνουν την τιμή να μου στέλνουν τα βιβλία τους, και με γράφουν στην αφιέρωσή τους “σεβαστό”. Κι αυτό δε συμβαίνει τώρα μόνο που έχω, τελοσπάντων, κάποια ηλικία. Γινότανε και όταν ήμουν πολύ νεώτερος. Και δεν είναι μόνο παιδιά που με γράφουν “σεβαστό”. Με γράφουν έτσι και αρκετοί ηλικιωμένοι. Ακόμα και συνομήλικοί μου. Αλλά τι θα πη “σεβαστός”, σε παρακαλώ; Και τι θέλουν να μου δείξουν όλοι αυτοί οι κύριοι, γράφοντάς με “σεβαστό”; Θέλουν να με περιποιηθούν ή να με κολακέψουν; Ποιος κολακεύεται, όμως, όταν του θυμίζουν τα χρόνια του; Διότι τα χρόνια σου σού θυμίζει εκείνος που σε τιτλοφορεί “σεβαστό”. Και ο Μαθουσάλας ακόμα αμφιβάλλω πολύ αν θα δεχόταν ευχαρίστως τον αμφίβολον αυτόν τίτλο. Και όμως όλοι αυτοί οι κύριοι επιμένουν στο “σεβαστός”, σα να χάθηκαν όλα τα άλλα επίθετα. Φαντάζονται πως κάνουν μια φιλοφρόνηση, ενώ, απλούστατα, χωρίς να το καταλαβαίνουν, κάνουν μια γαϊδουριά.
(…)
Το περίεργο όμως -το μεγάλο περίεργο- είναι ότι γίνεται τόση κατάχρηση σεβασμού σ’ έναν τόπο όπου ο σεβασμός είναι άγνωστος. Σ’ έναν τόπο που δεν υπάρχει κανένας πραγματικός σεβασμός ούτε σε πρόσωπα, ούτε σε πράγματα, ούτε σε αρχές, ούτε σε ιδέες, ούτε σε τίποτε αξιοσέβαστο όλα είναι “σεβαστά”.
-Δεν καταλαβαίνω τι έχουν πάθει όλοι οι συγγραφείς που μου κάνουν την τιμή να μου στέλνουν τα βιβλία τους, και με γράφουν στην αφιέρωσή τους “σεβαστό”. Κι αυτό δε συμβαίνει τώρα μόνο που έχω, τελοσπάντων, κάποια ηλικία. Γινότανε και όταν ήμουν πολύ νεώτερος. Και δεν είναι μόνο παιδιά που με γράφουν “σεβαστό”. Με γράφουν έτσι και αρκετοί ηλικιωμένοι. Ακόμα και συνομήλικοί μου. Αλλά τι θα πη “σεβαστός”, σε παρακαλώ; Και τι θέλουν να μου δείξουν όλοι αυτοί οι κύριοι, γράφοντάς με “σεβαστό”; Θέλουν να με περιποιηθούν ή να με κολακέψουν; Ποιος κολακεύεται, όμως, όταν του θυμίζουν τα χρόνια του; Διότι τα χρόνια σου σού θυμίζει εκείνος που σε τιτλοφορεί “σεβαστό”. Και ο Μαθουσάλας ακόμα αμφιβάλλω πολύ αν θα δεχόταν ευχαρίστως τον αμφίβολον αυτόν τίτλο. Και όμως όλοι αυτοί οι κύριοι επιμένουν στο “σεβαστός”, σα να χάθηκαν όλα τα άλλα επίθετα. Φαντάζονται πως κάνουν μια φιλοφρόνηση, ενώ, απλούστατα, χωρίς να το καταλαβαίνουν, κάνουν μια γαϊδουριά.
(…)
Το περίεργο όμως -το μεγάλο περίεργο- είναι ότι γίνεται τόση κατάχρηση σεβασμού σ’ έναν τόπο όπου ο σεβασμός είναι άγνωστος. Σ’ έναν τόπο που δεν υπάρχει κανένας πραγματικός σεβασμός ούτε σε πρόσωπα, ούτε σε πράγματα, ούτε σε αρχές, ούτε σε ιδέες, ούτε σε τίποτε αξιοσέβαστο όλα είναι “σεβαστά”.
από το χρονογράφημα του ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ
στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 173, 1/3/1934
στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 173, 1/3/1934
Ο Κώστας Ουράνης θεώρησε τον εαυτό του θιγμένο από το παραπάνω χρονογράφημα και στο επόμενο τεύχος απάντησε στον Παύλο Νιρβάνα, γράφοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Τιτλοφόρησα κι εγώ τον κ. Νιρβάνα “σεβαστό φίλο”, τόσο σε μια αφιέρωση βιβλίου μου όσο και σ’ ένα μου γράμμα στη “Νέα Εστία” σχετικό με τον Λεμπέγκ. Ομολογώ δε ότι εφανταζόμουν πως έκανα μια φιλοφρόνηση. Το χρονογράφημά του όμως δε μ’ έπεισε ότι έκανα μια γαϊδουριά.
Αν ο τίτλος του “σεβαστού” ενοχλεί τόσο πολύ τον κ. Νιρβάνα, γιατί του φέρνει την πικρόχολη σκέψη, ότι δεν είναι πια νέος, δε σημαίνει ότι το επίθετο αυτό περιέχει στην ουσία του την έννοια του “ηλικιωμένου”. Σεβαστός λένε τα λεξικά είναι ο ά ξ ι ο ς σεβασμού.
(…)
Ανεξαρτήτως όλων αυτών, η ενόχληση του κ. Νιρβάνα από τον τίτλο του “σεβαστού”, μου μένει ακατανόητη και για ένα άλλο λόγο. Του θυμίζει, γράφει τα χρόνια του. Τα χρόνια όμως δεν είναι ζήτημα μνήμης ώστε να δικαιολογείται η ενόχληση και η μελαγχολία του γιατί του τα θυμίζουν. Τα χρόνια μας τα ξέρουμε ο καθένας μας. Το ζήτημα είναι αν τα αισθανόμαστε απάνω μας ή αν δεν τα αισθανόμαστε. Και αν μεν τα αισθανόμαστε οι ίδιοι, δεν είναι η υπόμνηση αυτό που θα μας προσθέσει το βάρος τους. Αν πάλι δεν τα αισθανόμαστε, ούτε και τότε η υπόμνηση προσθέτει τίποτα. Απομένει δε ως μόνη εξήγηση ότι ο φίλος κ. Νιρβάνας, όπως άλλωστε κι εγώ που του απαντώ, βρήκε στο ζήτημα αυτό, απλούστατα, άλλο ένα θέμα για χρονογράφημα.
Αν ο τίτλος του “σεβαστού” ενοχλεί τόσο πολύ τον κ. Νιρβάνα, γιατί του φέρνει την πικρόχολη σκέψη, ότι δεν είναι πια νέος, δε σημαίνει ότι το επίθετο αυτό περιέχει στην ουσία του την έννοια του “ηλικιωμένου”. Σεβαστός λένε τα λεξικά είναι ο ά ξ ι ο ς σεβασμού.
(…)
Ανεξαρτήτως όλων αυτών, η ενόχληση του κ. Νιρβάνα από τον τίτλο του “σεβαστού”, μου μένει ακατανόητη και για ένα άλλο λόγο. Του θυμίζει, γράφει τα χρόνια του. Τα χρόνια όμως δεν είναι ζήτημα μνήμης ώστε να δικαιολογείται η ενόχληση και η μελαγχολία του γιατί του τα θυμίζουν. Τα χρόνια μας τα ξέρουμε ο καθένας μας. Το ζήτημα είναι αν τα αισθανόμαστε απάνω μας ή αν δεν τα αισθανόμαστε. Και αν μεν τα αισθανόμαστε οι ίδιοι, δεν είναι η υπόμνηση αυτό που θα μας προσθέσει το βάρος τους. Αν πάλι δεν τα αισθανόμαστε, ούτε και τότε η υπόμνηση προσθέτει τίποτα. Απομένει δε ως μόνη εξήγηση ότι ο φίλος κ. Νιρβάνας, όπως άλλωστε κι εγώ που του απαντώ, βρήκε στο ζήτημα αυτό, απλούστατα, άλλο ένα θέμα για χρονογράφημα.
ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 174, 15/3/1934
περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ τ. 174, 15/3/1934
Σειρά του Παύλου Νιρβάνα να απαντήσει, στο τεύχος 175 (1/4/1934), τελειώνοντας όμως ευτυχώς τη διαμάχη με έναν ιδιαίτερα συμφιλιωτικό επίλογο.
Ήθελα να ξέρω τι καταγίνεται ν’ αποδείξη στο τελευταίο του απαντητικό χρονογράφημα ο “σεβαστός” μου -αφού του αρέσει- φίλος και συνάδελφος κ. Κώστας Ουράνης. Θέλει να αποδείξη ότι τα αντίστοιχα του “σεβαστός” υπάρχουν και στα ξένα λεξικά; Ότι “σεβαστός” σημαίνει άξιος σεβασμού; Ότι “σεβαστός” λεξικογραφικώς δεν σημαίνει γέρος; Ότι ο Ρακίνας, οι Πορτογάλοι και οι Κινέζοι μεταχειρίζονται τη φράση “με σεβασμό” όταν απευθύνονται σε βασιλικά πρόσωπα και διάφορες εξοχότητες; Τον ευχαριστώ για την ειδοποίηση. Λυπούμαι μόνο για τον κόπο που έλαβε ν’ αποδείξη τα αυταπόδειχτα. Γιατί δεν υπάρχει ματαιότερος κόπος από το να βιάζη κανείς, όπως λένε και οι συμπατριώτες του Ρακίνα, ανοιχτές θύρες.
Ωρισμένως, δεν καταλαβαινόμαστε. Αν δεν κάνω λάθος, τίποτε από όλα αυτά τα ωραία και θεάρεστα πράγματα, που καταγίνεται ν’ αποδείξη με ντοκουμέντα, παραπομπές και τσιτάτες, ο “σεβαστός” μου κ. Ουράνης, δεν αρνήθηκα στα γραφόμενά μου. Δεν είμαι ούτε τόσο ηλίθιος, ούτε τόσο αγράμματος. Το νόημα των γραφομένων μου, διατυπωμένο καθαρά, με τύπο συμπεράσματος για τους χοντροκέφαλους, ήταν ότι, σ’ έναν τόπο όπου δεν υπάρχει πραγματικός σεβασμός για τίποτε, γίνεται τόση κατάχρηση του όρου “σεβαστός”. Ή μήπως δεν γίνεται; Σε κάθε περίσταση, που άλλοι όχι λιγότερο από μάς πολιτισμένοι λαοί, ενώ έχουν στα λεξικά τους τη λέξη “σεβαστός” -αυτό που καταγίνεται ν’ αποδείξη ο κ. Ουράνης- μεταχειρίζονται τους όρους cher, dear, carro, lieben, εμείς μεταχειριζόμαστε αράδα το “σεβαστός”.
(…)
Αυτά όμως, όπως είπα, φέρνει ο σεβασμός. Ο καλός μου Ουράνης μ’ αγαπούσε μια φορά. Είχαμε γνωριστή σε πονεμένες ημέρες. Και είχαμε, για καιρό, και μια τρυφερή αλληλογραφία. Άξαφνα άρχισε να με “σέβεται”. Και, από τη στιγμή που του έγινα “σεβαστός”, με πήρε ο Διάβολος της κριτικής του. Τώρα του προτείνω ένα φιλικό συμβιβασμό: Να πάρει πίσω το “σεβασμό” του και να μου ξαναχαρίση την αγάπη του. Τη δική μου δεν έπαυσε ποτέ -quand même- να την έχη.
Ωρισμένως, δεν καταλαβαινόμαστε. Αν δεν κάνω λάθος, τίποτε από όλα αυτά τα ωραία και θεάρεστα πράγματα, που καταγίνεται ν’ αποδείξη με ντοκουμέντα, παραπομπές και τσιτάτες, ο “σεβαστός” μου κ. Ουράνης, δεν αρνήθηκα στα γραφόμενά μου. Δεν είμαι ούτε τόσο ηλίθιος, ούτε τόσο αγράμματος. Το νόημα των γραφομένων μου, διατυπωμένο καθαρά, με τύπο συμπεράσματος για τους χοντροκέφαλους, ήταν ότι, σ’ έναν τόπο όπου δεν υπάρχει πραγματικός σεβασμός για τίποτε, γίνεται τόση κατάχρηση του όρου “σεβαστός”. Ή μήπως δεν γίνεται; Σε κάθε περίσταση, που άλλοι όχι λιγότερο από μάς πολιτισμένοι λαοί, ενώ έχουν στα λεξικά τους τη λέξη “σεβαστός” -αυτό που καταγίνεται ν’ αποδείξη ο κ. Ουράνης- μεταχειρίζονται τους όρους cher, dear, carro, lieben, εμείς μεταχειριζόμαστε αράδα το “σεβαστός”.
(…)
Αυτά όμως, όπως είπα, φέρνει ο σεβασμός. Ο καλός μου Ουράνης μ’ αγαπούσε μια φορά. Είχαμε γνωριστή σε πονεμένες ημέρες. Και είχαμε, για καιρό, και μια τρυφερή αλληλογραφία. Άξαφνα άρχισε να με “σέβεται”. Και, από τη στιγμή που του έγινα “σεβαστός”, με πήρε ο Διάβολος της κριτικής του. Τώρα του προτείνω ένα φιλικό συμβιβασμό: Να πάρει πίσω το “σεβασμό” του και να μου ξαναχαρίση την αγάπη του. Τη δική μου δεν έπαυσε ποτέ -quand même- να την έχη.
Tο παραδεισένιο Πήλιο
Tο μικρό τρένο που μας πάει από το µόλο στις Μηλιές του Πηλίου δεν έχει το όμοιό του. Θυμίζει τις ταχυδρομικές άμαξες του παλιού καλού καιρού. Δεν έχει την ακρίβεια ούτε και την περηφάνια εκείνη των μεγάλων εξπρές*, που ξεκινάνε και σταματούν σαν ανυπόμονα άλογα. Δεν έχει καν το ύφος ότι εκτελεί συγκοινωνία. Θαρρείτε πως βγήκε περίπατο για τη δική του ευχαρίστηση. Πηγαίνει αργά - σα για να χαρεί περισσότερο τη φύση και τον ανοιξιάτικο ήλιο. Σταματάει κατά το κέφι του - σα για να θαυμάσει μια ωραία θέα. Και στους μικρούς σταθμούς, όπου ξαποσταίνει, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα φιλική και εγκάρδια.
Στους σταθμούς αυτούς είναι ανθισμένα πεζούλια, καφενεδάκια κάτω από πανύψηλες λεύκες, κόσμος που γνωρίζεται με τον κόσμο του τρένου. Αρχίζουν λοιπόν ατέλειωτες κουβέντες, ο μοναδικός υπάλληλος του τρένου παίρνει παραγγελίες και καλάθια για τον παραπέρα σταθμό, ένας ρομαντικός ταξιδιώτης κατεβαίνει να κόψει λουλούδια των χωραφιών, άλλοι παραγγέλνουν καφέ... Tο μικρό τρένο δίνει σ’ όλους καιρό για όλ’ αυτά. Κι όταν σφυρίζει, δεν είναι για ν’αναγγείλει ασυζήτητα ότι φεύγει, αλλά για να ρωτήσει : «Έ, τι λέτε; Πάμε τώρα;». Κι αν κανείς δεν έχει τελειώσει ακόμα το μικρό τρένο τον περιμένει. Δε βιάζεται!
Κι αλήθεια: γιατί να βιαστεί; θα ήταν ανόητο. Είναι τόσο ωραία όλα: το ανοιξιάτικο πρωί, η φύση, ο Παγασητικός... Tόσο ωραία! Πουθενά αλλού δε θα ’βρισκε κανείς τόση ομορφιά συνδυασμένη με τόση πραότητα* και ειρήνη! Όλη η φύση, από το µόλο στις Μηλιές, έχει μια κυριακάτικη εμφάνιση. Όλα είναι καθαρά στα μικρά χωριά που περνάμε - Αγριά, Λεχώνια - όλα είναι γιορταστικά στα χωράφια, στο φως, στα νερά του κόλπου! Στ’ ακροθαλάσσι, μπρος στη φωτεινή, την ονειρεμένη γαλήνη του Παγασητικού, βλέπεις γέρικες βάρκες ξεχασμένες σε μια γλυκιά υπνηλία. Κάτω από τις ασημένιες ελιές βόσκουν νωθρά κοπάδια προβάτων. Σ’ όλο το μάκρος του δρόμου κυλάνε ρυάκια ανάμεσα από παπαρούνες και χαμομήλια. Οι κερασιές είναι ανθισμένες, κι ο ανοιξιάτικος αέρας είναι γεμάτος ευωδίες. Θεία πραότητα είναι διάχυτη παντού. Κι ο Bρυχών*, μέσα στην κοίτη των λευκών γυαλιστερών χαλικιών του, δεν έχει τίποτα από την τρομερή εντύπωση που υποβάλλει τ’ όνομά του: αντί να βρυχάται*, κυλάει φλυαρώντας προς τη γαλανή θάλασσα...
Tα μέρη αυτά, που ο Ιάσων τ’ άφησε για να φύγει με την Αργώ του, αξίζουν όλες τις Κολχίδες που ξεκίνησε ν’ ανακαλύψει. Η ευλογημένη καρπερότητα της γης, το χρυσό φως που λούζει τα πάντα και η απέραντη ειρηνική ομορφιά των βουνών και των νερών όλα προσκαλούν σε διαμονή και όχι σε αναχώρηση...
Tο μικρό τρένο ανηφορίζει τώρα στην πλαγιά του Πηλίου. Η θέα, όσο πάει, γίνεται πλατύτερη ως που στο τέλος απλώνεται από κάτω μας σαν από αεροπλάνο. Ο Παγασητικός λάμπει ολόκληρος σαν ένας χρυσός καθρέφτης. Ένας απέραντος ελαιώνας ροβολάει προς τη θάλασσα, γεμάτος ασημένια ειρήνη. Ανάμεσα στις ελιές κοκκινίζουν σαν παπαρούνες οι στέγες διασκορπισμένων εξοχικών σπιτιών. Ένα μεγάλο ευτυχισμένο φως λούζει τα πάντα. Και γύρω μας ξετυλίγεται αδιάκοπα η βλάστηση του βουνού: σφεντάμι*, θυμάρια, αγριολούλουδα, ρόδινες αγριοχαρουπιές και δροσερά πλατάνια, που φουντώνουν στις ρεματιές όπου κατρακυλούν γάργαρα τραγουδιστά νερά. Ο γλυκός αέρας έχει ένα άρωμα θυμαριού και λεβάντας. Θα ’λεγε κανείς να μην τελειώσει ποτέ μια τέτοια διαδρομή.
Κώστας Ουράνης, Tαξίδια στην Ελλάδα
βιβλιοπωλείον της Εστίας,
Αθήνα, 1955 (διασκευή)
βιβλιοπωλείον της Εστίας,
Αθήνα, 1955 (διασκευή)
* πραότητα: ηρεμία, γαλήνη
* εξπρές: τρένα που αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα
* Bρυχών: ποτάμι του Πηλίου
* βρυχάται: μουγκρίζει
* σφεντάμι: δέντρο ή θάμνος με ανθεκτικό ξύλο
* εξπρές: τρένα που αναπτύσσουν μεγάλη ταχύτητα
* Bρυχών: ποτάμι του Πηλίου
* βρυχάται: μουγκρίζει
* σφεντάμι: δέντρο ή θάμνος με ανθεκτικό ξύλο
Ανδρέα Καρκαβίτσα, «Η Θάλασσα» (απόσπασμα)Ο πατέρας μου —μύρο το κύμα που τον τύλιξε— δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό.
— Μακριά, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ' τ' άτιμο στοιχειό!
Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψέ την όσο θες, δόξασε την· εκείνη το σκοπό της. Μην κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει πετσί και κόκαλο, άχρηστο στον κόσμο. Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει.
Και τα έλεγε αυτά άνθρωπος που έφαγε τη ζωή του στο καράβι· που ο πατέρας, ο πάππος, ο πρόπαππος, όλοι ώς τη ρίζα της γενιάς ξεψύχησαν στο παλαμάρι. Μα δεν τα έλεγε μόνον αυτός, αλλά κ' οι άλλοι γέροντες του νησιού, οι απόμαχοι των αρμένων τώρα, και οι νιότεροι, που είχαν ακόμη τους κάλλους στα χέρια, όταν κάθιζαν στον καφενέ να ρουφήξουν τον ναργιλέ, κουνούσαν το κεφάλι και στενάζοντας έλεγαν:
— Η θάλασσα δεν έχει πια ψωμί. Ας είχα ένα κλήμα στη στεριά και μαύρη πέτρα να ρίξω πίσω μου.
Η αλήθεια είναι πως πολλοί τους όχι κλήμα, άλλα νησί ολάκερο μπορούσαν ν' αποχτήσουν με τα χρήματα τους. Μα όλα τα έριχναν στη θάλασσα. Παράβγαιναν ποιος να χτίσει μεγαλύτερο καράβι, ποιος να πρωτογίνει καπετάνιος. Και γω που άκουα συχνά τα λόγια τους και τα έβλεπα τόσο ασύμφωνα με τα έργα τους δε μπορούσα να λύσω το μυστήριο. Κάτι, έλεγα, θεϊκό ερχόταν κ' έσερνε όλες εκείνες τις ψυχές και τις γκρέμιζε άβουλες στα πέλαγα, όπως ο τρελοβοριάς τα στειρολίθαρα.
Αλλά το ίδιο κάτι μ' έσπρωχνε και μένα εκεί. Από μικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήματα μου να ειπείς, στο νερό τα έκαμα. Το πρώτο μου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουμίνια μ' ένα ξυλάκι ορθό στη μέση για κατάρτι, με δυο κλωστές για παλαμάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και με την πύρινη φαντασία μου που το έκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα με καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήμουν και γω εκεί μέσα. Μόλις όμως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάμω άλλο μεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιμανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυμπώντας ώς την εμπατή του λιμανιού που το πήρε το ρέμα μακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύμπι πρώτος, τα λέπια μου έλειπαν.
— Μωρέ γεια σου, και συ θα μας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν μ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.
Εγώ καμάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους. Τα βιβλία —πήγαινα στο Σχολαρχείο θυμούμαι— τα έκλεισα για πάντα. Τίποτα δεν έβρισκα μέσα να συμφωνεί με τον πόθο μου. Ενώ εκείνα που είχα γύρω μου, ψυχωμένα κι άψυχα, μού έλεγαν μύρια. Οι ναύτες με τα ηλιοκαμένα τους πρόσωπα και τα φανταχτερά τους ρούχα· οι γέροντες με τα διηγήματά τους· τα ξύλα με τη χτυπητή κορμοστασιά, οι λυγερές με τα τραγούδια τους:
Όμορφος που 'ναι ο γεμιτζής, όταν βραχεί κι αλλάξει
και βάλει τ' άσπρα ρούχα του και στο τιμόνι κάτσει.
Το άκουα από την κούνια μου κι έλεγα πως ήταν φωνή του νησιού μας, που παρακινούσε τους άντρες στη θαλασσινή ζωή. Έλεγα πότε και γω να γίνω γεμιτζής και να κάτσω θαλασσοβρεμένος στο τιμόνι. Θα γινόμουν όμορφος τότε, παλλήκαρος σωστός, θα με καμάρωνε το νησί, θα με αγαπούσαν τα κορίτσια! Ναι· την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα ν' απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ώς πέρα, πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μάθω το μυστικό της. Την έβλεπα, οργισμένη άλλοτε, να δέρνει με αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την αναγκάσω να με κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω μου, όπως πειράζουμε αλυσοδεμένα τ' αγρίμια. Και όταν έβλεπα καράβι να σηκώνει την άγκυρα, να βγαίνει από το λιμάνι και ν' αρμενίζει στ' ανοιχτά· όταν άκουα τις φωνές των ναυτών που γύριζαν τον αργάτη και τα καταβοδώματα των γυναικών, η ψυχή μου πετούσε θλιβερό πουλάκι απάνω του. Τα σταχτόμαυρα πανιά, τα ολοφούσκωτα· τα σχοινιά τα κοντυλογραμμένα· τα πόμολα που άφηναν φωτεινή γραμμή ψηλά μ' έκραζαν να πάω μαζί τους, μου έταζαν άλλους τόπους, ανθρώπους άλλους, πλούτη, χαρές, φιλιά. Και νυχτόημερα η ψυχή μου κατάντησε άλλον πόθο να μην έχει παρά το ταξίδι. Ακόμη και την ώρα που ερχόταν πικρό χαμπέρι στο νησί και ο πνιγμός πλάκωνε τις ψυχές όλων και χυνόταν βουβή η θλίψη από τα ζαρωμένα μέτωπα ώς τ' άψυχα λιθάρια της ακρογιαλιάς· όταν έβλεπα τα ορφανοπαίδια στους δρόμους και τις γυναίκες μαυροφόρες, απαρηγόρητες τις αρραβωνιαστικιές· όταν άκουγα να διηγούνται ναυαγοί το μαρτύριο τους, πείσμα μ' έπιανε που δεν ήμουν και γω μέσα· πείσμα και σύγκρυο μαζί.
Δεν κρατήθηκα περισσότερο. Έλειπε ο πατέρας με τη σκούνα στο ταξίδι. Μίσευε κι ο καπετάν Καλιγέρης, ο θείος μου, για τη Μαύρη θάλασσα. Του έπεσα στο λαιμό· τον παρακάλεσε κι η μάννα μου από φόβο μην αρρωστήσω· με πήρε μαζί του.
— Θα σε πάρω, μου λέει, μα θα δουλέψεις· το καράβι θέλει δουλειά. Δεν είναι ψαρότρατα να 'χεις φαΐ και ύπνο.
Τον φοβόμουνα πάντα το θείο μου. Ήταν άγριος και κακός σε μένα, όπως και στους ναύτες του. Κάλλιο σκλάβος στ' Αλιτζέρι — παρά με τον Καλιγέρη, έλεγαν για να δείξουν την απονιά του. Ό,τι παστό παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλάος, αλεύρι πικρό, σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρί - τεμπεσίρι, στην αποθήκη του Καλιγέρη βρισκότανε. Κι ο λόγος του πάντα προσταγή, αγριοβλαστήμια και βρισίδι. Μόνον απελπισμένοι πήγαιναν στη δούλεψη του. Μα ο μαγνήτης που έσερνε την ψυχή μου έκανε να τα λησμονήσω όλα. Να πατήσω μια στην κουβέρτα, έλεγα, και δουλειά όση θες.
Αληθινά ρίχτηκα στη δουλειά με τα μούτρα. Έκαμα παιχνίδι τις ανεμόσκαλες. Όσο ψηλότερα η δουλειά, τόσο πρόθυμος εγώ. Μπορεί ο θείος μου να ήθελε να παιδευτώ από την αρχή για να μετανιώσω. Από την πλύση της κουβέρτας στο ξύσιμο· από το ράψιμο των πανιών στων σχοινιών το πλέξιμο· από το λύσιμο των αρμένων στο δέσιμο. Τώρα στην τρόμπα· τώρα στον αργάτη· φόρτωμα–ξεφόρτωμα, καλαφάτισμα, χρωμάτισμα, πρώτος εγώ. Πρώτος; Πρώτος· τί μ' έμελλε; Μου έφτανε πως ανέβαινα ψηλά στη σταύρωση κ' έβλεπα κάτω τη θάλασσα να σχίζεται και να πισωδρομεί υποταχτική μου. Τον άλλον κόσμο, τους στεριανούς, με θλίψη τους έβλεπα.
— Ψι!... έλεγα με περιφρόνηση. Ζούνε τάχα κι εκείνοι!...
[...]
[πηγή: Ανδρέας Καρκαβίτσας, Λόγια της Πλώρης, φιλολ. επιμ. Κώστας Καφαντάρης, Οδυσσέας, Αθήνα 1988, σ. 13-16]
http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C113/351/2367,9010/extras/texts/index07_11_parallilo_karkavitsas.html |
Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2018
Ημερησία Διαταγή Αλ. Παπάγου
"Αναλαμβάνων την αρχηγίαν του Στρατού καλώ τους αξιωματικούς και οπλίτας του Ελληνικού Στρατού εις την εκτέλεσιν του υψίστου προς την Πατρίδα καθήκοντος με την μεγαλυτέραν αυταπάρνησιν και σταθερότητα. Ουδείς πρέπει να υστερήση. Η υπόθεσις του αγώνος τον οποίον μας επέβαλεν ο αχαλίνωτος Ιμπεριαλισμός μιας Μεγάλης Δυνάμεως, η οποία ουδέν είχε ποτέ να φοβηθή από ημάς, είναι η δικαιοτέρα υπόθεσις την οποίαν είναι δυνατόν να υπερασπισθή ένας Στρατός. Πρόκειται περί αγώνος υπάρξεως. Θα πολεμήσωμεν με πείσμα, με αδάμαστον εγκαρτέρησιν, με αμείωτον μέχρι τελευταίας πνοής ενεργητικότητα.
Έχω ακράδαντον την πεποίθησιν ότι ο Ελληνικός Στρατός θα γράψει νέας λαμπράς σελίδας εις την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους.
Μην αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν, με την βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του Έθνους. Έλληνες αξιωματικοί και οπλίται φανήτε ήρωες."
Έχω ακράδαντον την πεποίθησιν ότι ο Ελληνικός Στρατός θα γράψει νέας λαμπράς σελίδας εις την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους.
Μην αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν, με την βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του Έθνους. Έλληνες αξιωματικοί και οπλίται φανήτε ήρωες."
Τα μετόπισθεν στον αγώνα:
Η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων
Η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων
"Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της.
Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών [σημ. Φ.Μ.: και πλέον] παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός.
Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος.
Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών [σημ. Φ.Μ.: και πλέον] παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός.
Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος.
Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογίαννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.
Εφημερίδα "Νέα Ελλάς", 10 Νοεμβρίου 1940
Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου
Γράφει η Αθανασία Μαυρομμάτη.


Ἔφτασα ξέπνοη στὸ συνεδριακὸ χῶρο. Παρὰ ταῦτα, προσπάθησα νὰ κρατηθῶ καὶ νὰ ἐπιδείξω ἕνα προσωπεῖο χαρᾶς καὶ συναδελφικῆς οἰκειότητας. Πάντα μὲ κούραζαν τὰ συνέδρια, σ’ αὐτὸ ὅμως πήγαινα μὲ εἰλικρινές ἐνδιαφέρον. Εἶχα ἀνάγκη ν’ ἀκούσω δυό λόγια παρηγοριᾶς, ἔτσι τὸ ἐξελάμβανα. Τὸ παραμικρὸ θά’ταν πολύ γιὰ μένα ποὺ παράπαια ἀταλάντευτα ἀνάμεσα στὴν ἀνάγκη τῆς καθημερινῆς διδασκαλίας καὶ τὸ ὄνειρο τῆς προσωπικῆς πραγμάτωσης. Ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα Σάββατο πρωΐ κι ἔξω ἔκανε κρύο, μῆνας Μάρτης.
Δυὸ γυναῖκες φάνηκε νὰ χάρηκαν ποὺ τὶς χαιρέτησα σὰν νὰ τὶς γνώριζα. Μπήκαμε σὲ μιὰ αἴθουσα παλιᾶς δόξας, μεγάλη, πολὺ καλὰ διατηρημένη, ποὺ σοῦ ἐνέπνεε τὸν σεβασμό. «Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου», διάβασα σὲ μιὰ παλιὰ ἐπιγραφὴ πίσω ἀπὸ τοὺς ὁμιλητές. Ὅσο γιὰ τὸν διοργανωτή, ἔμοιαζε πολὺ εὐτυχισμένος καὶ πολὺ σύμφωνος μ’ αὐτό τὸ ρητό. Αὐτὸ φάνηκε ὅταν παρουσίασε τὸν δεσπότη τῆς περιοχῆς ποὺ εὐλόγησε τὶς ἐργασίες τοῦ συνεδρίου. Χάρηκα ποὺ εἶδα τὸν Δεσπότη μὲ τὸ μαῦρο ράσο καὶ τὴν ποιμαντορικὴ ράβδο ν’ ἀνεβαίνει στὸ βῆμα. Ἦταν ἕνας ἁπλὸς Δεσπότης, μὲ ἒντονα μάτια, μακριὰ λευκὴ γενειάδα, καθαρὴ καὶ ἁπαλὴ φωνή. Εἶπε δυὸ λόγια ἀκριβείας καὶ κάθισε.
Ὕστερα ἄρχισε τὸ συνέδριο. Ἕνας ἕνας οἱ ὁμιλητὲς ξεδίπλωσαν τὸ δικό τους μίτο τῆς Ἀριάδνης, ὁ καθένας μὲ τὴ δική του σύλληψη, τὶς δικές του «εὐλογίες», τὰ δικά του φάλτσα. Μετὰ εἶχε καὶ συζήτηση, ὅπου ἡ πιὸ ἐπώδυνη στιγμὴ ἦταν ἡ ἄνοδος στὸ βῆμα μιᾶς κυρίας μὲ βαμμένα μαλλιὰ ποὺ φαινόταν πνιγμένη σὲ λογισμοὺς ἐπιστημονικούς. Δὲν μοῦ ἒδινε χαρὰ ἡ παρουσία της κι ἄς εἶχε τόσο χαρμόσυνο ὄνομα. «Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει μᾶλλον καὶ μὲ σένα», μὲ προειδοποίησε ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μου καὶ λούφαξα.
Μὴ νομίσει κανεὶς ποὺ δὲν ἀντιμετώπισα τὸ συνέδριο μὲ καλὸ λογισμό. Ἴσα ἴσα ἄλλαξα δέκα φορές θέση γιὰ νά’μαι σὲ θέση νὰ ἐπωφεληθῶ ἀπὸ κάθε διαφάνεια, κάθε ὑποσημείωση, κάθε ἀτάκα, κάθε ἔκφραση τοῦ ὁμιλητῆ. Τὸ ἄβατον τοῦ φιλολογικοῦ ἰδεώδους ἔμοιαζε ἑφτασφράγιστο κι ὁ καθένας ἀπὸ αὐτούς τοὺς ὁμιλητὲς ἔδειχνε νὰ κατέχει ἕνα μικρό κομμάτι τῆς συνταγῆς γιὰ τὸ ἀντικλείδι. Καὶ καλῇ τῇ θελήσει βρισκόταν ἐκεῖ νὰ τὸ μεταδώσει σ’ἐμᾶς τοὺς λοιποὺς. Ἔτσι ἤ πολὺ πιὸ ταπεινά.
Ὅπως καὶ νά’χει τὸ πρᾶγμα, ἐγὼ συνέχιζα νὰ μαζεύω κομματάκια, νὰ τὰ φυλάγω στὴν καρδιά ἢ στὸ μπλὸκ μου, ἀνάλογα. Κάποια στιγμή μᾶς εἶπαν γιὰ καφὲ καὶ μετὰ γιὰ φαγητό. Δὲν ἤξερα κανέναν. Νεοφερμένη στὴν περιοχή. Πῆγα νὰ φάω ἔξω, μπᾶς καὶ βρῶ τίποτα σαρακοστιανό. Γύρισα πίσω βιαστική πλὴν χορτάτη.
Τὴ θέση τους στὸ βῆμα πῆραν τρεῖς ἄνθρωποι, δυὸ γυναῖκες κι ἕνας ἄντρας μὲ αὐστηρὸ βλέμμα. Εἰδικὰ ἡ μιὰ γυναῖκα ἔδειχνε νά’χει γίνει ὅλη διανόηση. Ἦταν καὶ πολὺ ἀδύνατη. Ξεκίνησε νὰ μιλᾶ ὁ ἄντρας, ἀρκετὰ θυμωμένος ὅπως φαινόταν. Τοῦ πῆραν μᾶς εἶπε τὸ πολὺ καλὸ βιβλίο του καὶ δὲν τὸ ἄφησαν νὰ φτάσει στὰ χέρια τῶν μαθητῶν. Ἦταν βαθιὰ παραπονεμένος. Τοῦ κάνουνε λέει ἀθέμιτο πόλεμο γιατὶ εἶναι ἐπαναστάτης. Τά’ λεγε γρήγορα αὐτὰ καὶ μὲ πολύ ἐπιστημονικὸ λεξιλόγιο. Ἦταν ἀρκετὰ συμπαθὴς ὡς παρουσιαστικό. Χειροκρότησε παρόλα αὐτὰ τὴν εἰσήγηση τῆς διπλανῆς του κυρίας ποὺ φαινόταν ν’ἀγαπᾶ τὸ Βυζάντιο. Μετὰ μίλησε ἡ τρίτη ἀποστεωμένη κυρία. Τά’ λεγε ὅλα χωρὶς κανένα πάθος, δὲν θά’ λεγα ὅμως ἥρεμα. Μᾶλλον χωρὶς ζωὴ ἀπὸ τὴν τόση ἐπιστημοσύνη. Ἴσως προσπαθοῦσε νὰ εἶναι ἀντικειμενική. Κάποια στιγμή, μὲ τὸ ἴδιο χειρουργικὸ ὕφος μᾶς εἶπε πὼς ἐπιτέλους, εἶναι καιρός πιὰ νὰ τὰ πετάξουμε αὐτὰ ἀπὸ πάνω μας, αὐτοὺς τοὺς μύθους ποὺ μᾶς κουράζουν καὶ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ πετάξουμε στοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες. Ποιοὺς ὁρίζοντες; Ποιοὺς μύθους; Ἐκεῖνο τὸ Κρυφὸ Σχολειὸ ἔλεγε καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, τὴ Διπλὴ Γιορτὴ λέει, καὶ τὴν Ἁγιὰ Λαύρα. Τὴν πειράζουν λέει αὐτά, τὴν ἐξοργίζουν, ἄσε ποὺ εἶναι ἀνορθολογικά, ἔτσι τὸ εἶπε, τῆς φέρνουν τελικὰ ἀσφυξία, ἤδη εἶχε ἀρχίσει νὰ κοκκινίζει τὸ χλωμό της πρόσωπο, νά, ἀκόμα καὶ ὁ κύριος ποὺ μόλις μίλησε, ὁ ἐπαναστάτης, κι αὐτὸς ἔχει συγγράψει μιὰ ἔγκριτη μελέτη ὅπου ξεμπερδεύει ἅπαξ διὰ παντὸς μ’ αὐτά. Μόνο χαζὸς τὰ πιστεύει πιά, κατέληξε ἡ ξανὰ ἀπαθὴς κυρία. Δὲν τό’πε, τὸ φώναζε ὅμως ὁλόκληρη. Ἀλήθεια, χαζὸς καὶ τυφλός. Καὶ πῶς θ’ ἀναζητήσεις ἔτσι τὴν Εὐρώπη, συνέχισε. Πῶς θὰ πετάξεις στοὺς ἀνοιχτοὺς ὁρίζοντες τοῦ ὀρθολογισμοῦ; «Καὶ τοῦ ἰδεολογικοῦ ἀπογαλακτισμοῦ τοῦ μαθήματος», συμπλήρωσε ὁ διπλανός της, ἐμφανῶς παρηγορημένος.
Κανεὶς δὲ μίλησε. Οὔτε ἐγώ. Μόνο ποὺ σχολίασα κάτι στοὺς πίσω μου εἰσπράττοντας ἕνα μᾶλλον εἰρωνικὸ βλέμμα. Ποιὸς ξέρει. Μπορεῖ νὰ θαμπώθηκαν ἀπὸ τὸ ἀνυπέρβλητο ἐπιστημονικὸ λεξιλόγιο, τὴν ταχύτητα, τὴν ἀπάθεια, τὴν βεβαιότητα. Ναί. Μπορεῖ βέβαια οἱ ὁμιλητὲς νὰ εἶχαν δίκιο. Γιὰ τὸ καλό μας μιλοῦσαν, μᾶς τὸ τόνισαν μάλιστα, μιλοῦσαν γιὰ νὰ μᾶς διαφωτίσουν, νὰ μᾶς ἀπελευθερώσουν ἐμᾶς καὶ τὸ μάθημα καὶ προφανῶς τοὺς μαθητὲς ἀπὸ ἀσυγχώρητα, ἀνορθολογικὰ ὀλισθήματα. Ἀλήθεια, τὶ νὰ τοὺς κάνουμε τοὺς μύθους; Ποῦ νὰ ψάχνουμε τώρα νὰ τοὺς ἐπιβεβαιώνουμε. Μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἔχει πηγές, νὰ στέρεψαν. Ἱστορικὲς ἐννοῶ. Ἀλλὰ καὶ νά’χει, ποιὸς ἔχει κουράγιο γιὰ τέτοια…
Βγῆκα ἔξω. Περπάτησα ὥρα στὸν παγωμένο ἀέρα. Εἶχε βραδιάσει. Πολυσύχναστη γειτονιὰ μὲ τὴ γνωστὴ βαβούρα. Στὰ αὐτιὰ καὶ τὴν καρδιὰ μου πάλευαν φωνές. Σταμάτησα νὰ πάρω ἀνάσα. Φαντασίωνα πὼς ἀνέβαινα στὸ βῆμα καὶ μὲ ἀτράνταχτα ἐπιχειρήματα κονιορτοποιοῦσα τὰ μυθεύματά τους καὶ ἀπεδείκνυα πὼς ὅ,τι ἔλεγαν αὐτοὶ μῦθο ἦταν ἡ ἀλήθεια. Ἡ μόνη ἀλήθεια.
Μὲ κούραζε ἀφάνταστα μόνο ποὺ τὸ σκεφτόμουν. Δὲν εἶχα τὴ δύναμη. Δὲν ἤξερα τὶ νὰ πῶ. Δὲν ἤμουν κἄν πεισμένη γιὰ τὴν ἀξία τοῦ ἐγχειρήματος. Σταμάτησα σὲ μιὰ σκοτεινὴ πάροδο, κάτω ἀπὸ ἕνα δεντράκι κάπως πιὸ φουντωτό. «Ἐδῶ εἶναι καλὰ», σκέφτηκα. Πάνω ἀπὸ τὶς πολυκατοικίες φαινόταν ὁ σκοτεινὸς οὐρανὸς καὶ μιὰ ὑποψία θολοῦ φεγγαριοῦ. Μοῦ ’ρθε στὰ χείλη τὸ γνωστὸ δημοτικὸ «Φεγγαράκι μου λαμπρὸ φέγγε μου νὰ περπατῶ νὰ πηγαίνω στὸ σχολειὸ νὰ μαθαίνω γράμματα γράμματα σπουδάματα τοῦ Θεοῦ τὰ πράματα». Μὲς τ ’ἄγρια μεσάνυχτα γράμματα καὶ τὸ φεγγαράκι βοηθός. Παράλογα πράματα δηλαδή. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔγιναν τέτοια πράγματα; Παράφρων λαός. Δημοτικὴ παράκρουση. Ὅ,τι ἀπέμεινε δηλαδή. Ἡ ἁγία ἱστορικὴ καὶ σύγχρονη τρέλα. Μιὰ σκέτη σαλότητα. Ἡ ἑπόμενη φαντασίωση θὰ ἦταν ν’ ἀνέβω μὲ κουρέλια στὸ βῆμα καὶ νὰ τραγουδήσω ξανὰ καὶ ξανὰ τὸ «Φεγγαράκι» μὲ τὸν Marx παραμάσχαλα ὡς ἱστορικὴ πηγή.
Ἔμεινα κι ἄλλο κάτω ἀπὸ τὸ δέντρο τῆς ἄγνωστης ὁδοῦ. Τὸ φεγγαράκι δὲν φαινόταν, εἶχε πάει παραπέρα. Σκεφτόμουν ἕναν τρελὸ καλόγερο, ἕνα Πατροκοσμᾶ. Γύρναγε λέει κι ἔφτιαχνε σχολειά. Τὶ ἱστορικὴ ἀξία νὰ ἔχει ἕνας τέτοιος. Οὔτε αὐτὸν μποροῦσα νὰ τὸν ἐπικαλεστῶ. Οὔτε τὰ παραληρήματα ἑνὸς Μπαρμπα-Γιάννη, οὔτε τὴν ἀγάπη κεινοῦ τοῦ Κολοκοτρώνη κι ὅλων τῶν ἀλλουνῶν γιὰ τὰ θεῖα. Μὲ βάση ἀπομνημονεύματα ἀγραμμάτων θὰ συζητᾶμε; Ντράπηκα καὶ ποὺ τὸ σκέφτηκα. Ἦταν τελικὰ γεγονὸς. Δὲν εἶχα πηγές.
Πῆγα νὰ φύγω γιατὶ τουρτούριζα, ἀλλὰ κοντοστάθηκα πάλι. Μοῦ ’ρθε στὸ νοῦ ἕνα μοναστήρι βουνίσιο πού’ χα προσκυνήσει πρόσφατα. Στὰ ὑπόγειά του εἶχε ἕνα χῶρο πού’ τανε λέει τὸ Κρυφὸ σχολειὸ τῆς περιοχῆς. Ἦταν ἕνα φοβερὸ πρᾶγμα. Κυρίως ἡ ἀτμόσφαιρα. Κάτι ποὺ δὲν περιγράφεται. Τὸ παρελθὸν ἀτόφιο μπροστά σου, φρικτὰ ὑπαρκτὸ γύρω σου, μέσα σου. Ἦταν βίωμα, καὶ βίωμα μοναδικό. Ἔξω, τὸ μοναστήρι εἶχε πολλὲς πηγὲς ποὺ δρόσιζαν τὸν τόπο. Ὄχι ὅμως ἀπ’ αὐτὲς ποὺ ἤθελα τώρα ἐγώ…
Γύρισα σέρνοντας τὰ βήματα στὸ συνέδριο. Τέλειωνε. Φεύγοντας, μᾶς ἔδωσαν ἀπὸ ἕνα βιβλίο τοῦ ἐπιστήμονα ἐπαναστάτη ἢ ἐπαναστάτη ἐπιστήμονα. Φτάνοντας σπίτι τὸ φυλλομέτρησα. Κάπου μιλοῦσε γιὰ τὸν ἀνορθολογισμὸ τοῦ Ντοστογιέφσκι καὶ τὴν πίστη του ποὺ ἦταν μᾶλλον ἕνα ψέμα γιατὶ δὲν μποροῦσε λέει ν’ ἀντέξει τὸ τίμημα τῆς ἐπαναστατικότητας. Κοίταξα τὸ ἡμερολόγιο. Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος. Τὸ θαῦμα τῶν κολλύβων. Fjodor Michailowitsch Dostoijewski…Σήμερα λοιπὸν γιόρταζε κι εἶναι καὶ τῶν ψυχῶν…
Πῆγα ν’ ἀνάψω τὸ τζάκι. Ἔχω ἕνα τζακάκι κληρονομιὰ ἀπὸ τὸν πατέρα μου. Οἱ φλόγες ξεπετάχτηκαν, τοὺς ἔριχνα λιόκλαδα καὶ μικρά δαδάκια, νὰ τὶς ταΐσω. Τὸ φχαριστιόμουνα. Τὶς κοίταγα καὶ μοῦ’ ρχόντουσαν ἐκεῖνα τὰ σκιερὰ βουνὰ, οἱ πηγὲς, οἱ στοὲς, οἱ καλόγεροι. Ὕστερα εἶδα ἐκεῖνο τὸ Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου πίσω ἀπὸ τὴ ράχη τοῦ ὁμιλητῆ. Ὕστερα τὸν τάφο τοῦ καλόγερου πού’ χαν θάψει στὴν κατακόμβη, δίπλα στὸ Κρυφὸ Σχολειό. Ἦταν ἕνας τάφος ποὺ μοῦ ’φτανε σχεδὸν ὡς τὸ στῆθος, σκεπασμένος μὲ βοτσαλάκια. Σοῦ ’δινε μιὰ ἀνεξήγητη εἰρήνη.
Οἱ φλόγες ἔτρεμαν. Μοῦ’ ρθε νὰ κόψω τὴ σελίδα ποὺ σφαγίαζε τὸν Fjodor καὶ νὰ τὴν ρίξω προσάναμμα, ὅμως κάτι τέτοιο θὰ θύμιζε ἀσύγγνωστα ναζισμό. Κι ἐγὼ ἔνιωθα μόνο θλίψη.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ ἔκοψα κι ἄλλα κλαδάκια καὶ τά’ριξα. Νὰ μὴ σβήσει ἡ φωτιά.
http://www.antibaro.gr/article/17211
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Νίκων ο Μετανοείτε, Στυλιανός ο Παφλαγών, Αλύπιος ο Κιονίτης: τρεις βίοι για το Βυζάντιο Τα βιβλία της Μαυροειδή Τα Γεροντικά Πηγές...
-
Ὁ Ταΰγετος (ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἑλλάδα») - Κώστας Οὐράνης Κανένα βουνὸ ἀπ᾿ ὅσα εἶδα στὴ ζωή μου - ἀπὸ τὸ Μὸν Μπλὰν μὲ τὰ - α...
-
Καλή σας μέρα και χρόνια πολλά! Σας ευχαριστούμε θερμά και πάλι για την παρουσία σας στην γιορτή μας! Ευχαριστούμε και χαιρετούμε με ...
-
«Μανία και Χαρά του Κυνηγίου» Κάθε κυνηγετική περίοδο τα δασαρχεία μας εκδίδουν, όπως διάβασα κάπου, 100.000 κυνηγετικές άδειες. Είμαι έ...