Κατόπιν της
αποφάσεως του υπουργείου Παιδείας για μείωση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων
Ελληνικών στο Γυμνάσιο που υποστηρίζεται
από ομάδα πανεπιστημισκών καθηγητών, ως
φιλόλογοι και εκπαιδευτκοί λειτουργοί, καθ’ ύλην αρμόδιοι για το συγκεκριμένο
θέμα, επιθυμούμε να παρατηρήσουμε τα εξής:
1. Η υπόθεση της διδασκαλίας των Αρχαίων
Ελληνικών στην Εκπαίδευση δεν είναι μια υπόθεση που αφορά ένα περιορισμένο
«κοινό» πανεπιστημιακών , τις εκάστοτε ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας και των
αεί διοργανουμένων «εθνικών διαλόγων», ή ακόμη-ακόμη υπόθεση συντεχνιακών
συμφερόντων μιας ακόμη επαγγελματικής ομάδας, αυτής των φιλολόγων. Η υπόθεση
αυτή είναι υπόθεση που άπτεται των γενεσιουργών και δομικών στοιχείων του
ελληνικού πολιτισμού, ήτοι της ελληνικής γλώσσας στην ιστορική της πορεία και
της ιστορικής διαχρονίας μέσα ακριβώς από την γλωσσική «περιπέτεια», καθώς και
της διαδρομής και νοηματοδότησης της ελληνικής Παιδείας.Όπως αντιλαμβανόμεθα,
τα «διακυβεύματα» είναι μάλλον μεγάλα για να αφορούν υποομάδες και συντεχνιακά
«συμφέροντα». Αντιθέτως, αφορούν, ως θέματα γλώσσας και παιδείας, σύνολον τον
ελληνικό λαό, ο οποίος δικαιούται και υποχρεούται να εκφράζει την γνώμη του και
όχι να υποτάσσεται άκριτα στις αποφάσεις της « ειδήμονος» ή μη εξουσίας, στη λογική
των αυθεντιών και των πεφωτισμένων «ελίτ».
2. Δεδομένων των παραπάνω, είναι άκρως
απογοητευτική φρονούμε η διαχρονική πολιτική των κρατούντων να διαλέγονται μεθ’
εαυτών λαμβάνοντας αποφάσεις άνευ συστηματικής και όντως επιστημονικής
αξιολογήσεως των υπαρχόντων δεδομένων
της εκπαίδευσης και κατόπιν ενδελεχούς ερεύνης, λειτουργώντας με
«προπετάσματα καπνού» ανακοινώσεις «ειδικών» , οι οποίοι, ως εξάγεται και εκ
της ανακοινώσεως τους, δεν γνωρίζουν το ωρολόγιο πρόγραμμα του Γυμνασίου και
πιθανώς και το φαινόμενο «σχολική τάξη», αγνοώντας επιδεικτικά το σύνολο των
εκπαιδευτικών Λειτουργών της Μέσης εν προκειμένω Εκπιδεύσεως , αλλά και της
Πρωτοβάθμιας, οι οποίοι έχουν καθημερινή τριβή με τα εν λόγω θέματα και
προφανώς άποψη γι’ αυτά.
3. 3.Το κεντρικό επιχείρημα που
προβάλλεται τόσο από την ηγεσία του Υπουργείου όσο και από την άρτι
εμφανισθείσα ομάδα ακαδημαικών για την μείωση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων
Ελληνικών στο Γυμνάσιο και την απόδοσή τους στην διδασκαλία των Νέων Ελληνικών
είναι πως τα Αρχαία Ελληνικά αποτελούν μια παρελθοντική (βλ «νεκρή») «μορφή»
της ελληνικής γλώσσας και άρα η «υπέρτερη» διδσκαλία τους εν σχέσει με τα Νέα Ελληνικά
αδικεί την σύνολη σχέση των μαθητών με την μητρική ομιλουμένη τους γλώσσα στην
συγχρονική της μορφή. Συνεπικουρούντα το επιχείρημα αυτό έρχονται η επίκληση
των πενιχρών αποτελεσμάτων από την διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών καθώς και η
εν γένει ζοφερή κατάσταση της γλωσσικής παιδείας των μαθητών. Θεωρούμε πως και
τα συμπεράσματα αλλά και η μέθοδος εξαγωγής τους είναι αυθαίρετα για τους
ακόλουθους λόγους:
Α) Η ελληνική γλώσσα χωρίζεται σε Αρχαία, Βυζαντινή-Μεσαιωνική και Νέα
για καθαρά μεθοδολογικούς λόγους και όχι για λόγους ασυνέχειας. Η ελληνική
γλώσσα είναι ενιαία και η κάθε φάση της βρίσκεται σε πλήρη οργανική και
λειτουργική ενότητα, συνάφεια και συνέχεια με την προηγούμενη και την επόμενη.
Δεν είναι δυνατόν να οδηγηθεί κανείς σε πληρέστερη κατανόηση μιας
μεταγενέστερης φάσεως αποκοπτόμενος σταδιακά ή μειώνοντας ποσοτικά-και μη
αναβαθμίζοντας ποιοτικά-την μελέτη της προγενέστερης, εφόσον υπάρχει αυτή η
οργανική ενότητα. Η ελλειμματική π.χ γνώση της ετυμολογίας των λέξεων οδηγεί
ευθέως σε ορθογραφικές αναπηρίες, σε αδυναμίες κατανόησης των συνθετικών μερών
των λέξεων κλπ. κατακερματίζοντας την σχέση με την γλώσσα και οδηγώντας στην
γνωστή λεξιπενία, αλλά –γιατί όχι;-και στην φωνητική γραφή. Ήδη, μετά από 35ετή
εφαρμογή του εξίσου μονομερώς επιβληθέντος μονοτονικού συστήματος δρέπουμε τους
καρπούς όλων των παραπάνω, καθώς και την αύξηση των μαθησιακών δισκολιών και δή
της δυσλεξίας όπως επισημαίνεται από έευνες που συνδέουν τα φαινόμενα αυτά.
Β) Η υπόθεση ότι η αύξηση των ωρών διδασκαλίας των Νέων Ελληνικών έναντι
αυτών των Αρχαίων θα οδηγήσει σε θετικά εκπιδευτικά αποτελέσματα είναι
αυθαίρετη και αβάσιμη, λόγω ακριβώς της προαναφερθείσης ενότητας της ελληνικής
γλώσσας. Δεν είναι δυνατόν να οδηγηθούμε σε βελτίωση με ποσοτικούς όρους, αφήνοντας
ανέπαφες τις ποιοτικές παραμέτρους , ήτοι την μεθοδολογία, το εκπαιδευτικό
υλικό(τα χρησιμοποιούμενα βιβλία), το έμψυχο δυναμικό και την διαρκή επιμόρφωσή
του. Η συγκεκριμένη αντιμετώπιση του γλωσσικού προβλήματος των μαθητών με απλή
μετατόπιση ωρών όζει επιδερμικότητος και προχειρότητος στην αντιμετώπιση τόσο
σύνθετων φαινομένων, και δυστυχώς αποτελεί, όπως λαΪκά λέγεται, ακόμα μια τρύπα
στο νερό. Στα δε Μουσικά Σχολεία, όπου η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών είναι
a priori μειωμένη λόγω των ιδιαιτεροτήτων του
ωρολογίου προγράμματος, τι ακριβώς θα μπορούσε να επισυμβεί; Να μετατραπεί
ενδεχομένως το μάθημα σε μονόωρο; Και αν αυτό συμβεί, ποιες θα είναι οι
επιπτώσεις στην κατανόηση της ελληνικής
γλώσσας εκ μέρους των ομιλητών της;
Γ) Όταν παγκοσμίως η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα θεωρείται ως μία εκ των πλέον
οξυνουσών την ανθρώπινη αντίληψη, πλήθος ερευνών και επιστημονικών ανακοινώσεων
εγκρίτων επιστημονικών ιδυμάτων την θεωρούν ως «επαναπρογραμματίζουσα» τον
ανθρώπινο εγκέφαλο και ως την πλέον συμβατή με την «λογική» των ηλεκτρονικών
υπολογιστών, σε πολλές χώρες κατέχει μια αξιοζήλευτη θέση στην εκπαίδευση και
έχει βρει την θέση της ακόμα και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αλλογλώσσων
μαθητών-γιατί απoκλειστικώς εν Ελλάδι προβάλλεται το επιχείρημα ότι είναι απαγορευτική ή ότι «θα
δυσκολέψει» μαθητές προερχομένους εξ’
άλλων χωρών;- είναι τουλάχιστον απορίας άξιον το γιατί στην γενέτειρά της
υποβαθμίζεται και θεωρείται η διδασκαλία της σε επίπεδο ωρών εν σχέσει με αυτή
της νέας ελληνικής ούτε λίγο ούτε πολύ υπαίτια των γλωσσικών ανεπαρκειών των
νέων(!) ή… «παρά φύσιν»(!!!). Λυπούμεθα ειλικρινά για τέτοιου είδους «αποφάνσεις»
και καλούμε την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων να μην περιοριστεί απλώς σε μια
τυπική ανακοίνωση που μας καλεί να μην λάβουμε υπόψιν μας τετελεσμένα-πώς
ακριβώς άραγε θα γίνει αυτό;-και να προχωρήσει στην δέουσα κλιμάκωση των
ενεργειών της γνωστοποιώντας στην κοινωνία και καταδεικνύοντας το πολυδιάστατον
του θέματος. Δυστυχώς η εκκωφαντική σιωπή της ΟΛΜΕ είναι πλέον δεδομένη…
3. Θεωρώντας ως δεδομένες τις
καλές προθέσεις του Υπουργείου αλλά κρίνοντάς τις ατελέσφορες, επιθυμούμε να
διατυπώσουμε τις εξης βοηθητικές απόψεις:
Α) Η αναβάθμιση της σχέσης των μαθητών με την γλώσσα προυποθέτει έναν
αναβαπτισμό σύνολης της εκπαίδευσης εν σχέσει με το νόημα που κομίζει.
Δεν έχουμε ανάγκη άλλες «επιτροπές σοφών» ή άλλες, τεχνοκρατικής λογικής,
χειρουργικές τομές ποου χειροτερεύουν τα αποστήματα. Χρειαζόμαστε επειγόντως
όραμα στην παιδεία μας, το οποίο δυστυχώς απουσιάζει εν γένει από την ελληνική
κοινωνία.
Β) Εκπαιδευτικοί άνευ μετεκπαιδεύσεως και δυνατοτήτων για περαιτέρω
ενημέρωση και εξειδίκευση θα παράγουν στην πλειονότητά τους και τα ανάλογα
αποτελέσματα. Αντιθέτως, εκπαιδευτικοί με πίστη στην αποστολή τους και με
αίσθηση νοήματος, με την πρέπουσα υποστήριξη από την πολιτεία μπορούν να
συμβάλλουν καίρια στην πολυπόθητη αλλαγή.
Γ) Χρειάζεται επειγόντως αξιολόγηση και αντικατάσταση των εν χρήσει σχολικών εγχειριδίων Αρχαίας και
Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας
Γυμνασίου, τα οποία στηρίχθηκαν μεν στην λεγόμενη επικοινωνιακή θεωρία
–σε ό,τι αφορά την Νεοελληνική Γλώσσα-, αλλά παρουσιάζουν τα εξής σοβαρά
μειονεκτήματα: σε ό,τι αφορά στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, επιλογή εξαιρετικά
δύσκολων κειμένων από την αρχή της Α Γυμνασίου, συντελώντας έτσι στην
διαμόρφωση αρνητικής στάσης των μαθητών απέναντι στο μάθημα, καταστρατηγώντας
την αρχή της επαγωγικότητας και καθαρά τυπολατρική και χρονικά ασφυκτική διάταξη της ύλης, χωρίς ουδεμία δυνατότητα
για το παιδί να χρησιμοποιήσει-μιλήσει την Γλώσσα, να γράψει δικά του κείμενα
σ’ ένα πρωτογενές επίπεδο, επιμένοντας αποκλειστικά στα μορφοσυντακτικά φαινόμενα
και καθιστώντας ανιαρό ακόμα και το εξαιρετικά γόνιμο και γοητευτικό για τους
μαθητές «παιχνίδι» της ετυμολογίας. Σε ό,τι αφορά την Νεοελληνική Γλώσσα:
επιλογή κειμένων αδιάφορων έως κακών λεκτικά, με αμφίβολο ή ιδεοληπτικό-σε
ορισμένες περιπτώσεις- περιεχόμενο, σπάνις κειμένων παλαιοτέρων λογοτεχνών.
Ερώτηση προς ιθύνοντες: εάν ο μαθητής δεν «απορροφήσει» πλούσιο, επεξεργασμένο
λογοτεχνικό λόγο όλων βεβαίως των
περιόδων στα βιβλία Νεοελληνικής Γλώσσας, πώς ακριβώς θα «παράξει», κατά την
τρέχουσα έκφραση, λόγο επαρκή; Mε κατακερματισμένες, φλύαρες, αμέθοδες «γλωσσικές ασκήσεις
επικοινωνιακού τύπου», μη σεβόμενες την οικονομία ενός σχολικού βοηθήματος και
με έως πρότινος σοβαρά γραμματικά ολισθήματα σε επίπεδο θεωρίας(παραγωγή-σύνθεση
λέξεων);
Δ) Ως Μουσικά Σχολεία, έχουμε το εξαιρετικό πλεονέκτημα να «ακούγεται» και να άδεται από τους μαθητές
, να λειτουργεί δηλαδή ατόφια η αρχαία
ελληνική γλώσσα, μέσα από την διδασκόμενη ελληνική παραδοσιακή μουσική. Θα
μπορούσαμε πιλοτικά να δημιουργήσουμε ένα πρόγραμμα διδασκαλίας της Αρχαίας
Ελληνικής Γλώσσας βασισμένο σε βιωματικές-επικοινωνιακές μεθόδους, με έμφαση
στον ποιητικό λόγο και τον ρυθμό του, με αξιοποίηση διαθεματικά της
διδασκόμενης υμνολογίας που συνδυάζει ποίηση, μουσική και την ανθρώπινη φωνή,
απολύτως συμβατό με τους καλλιτεχνικούς στόχους των Μουσικών Σχολείων και με
τους στόχους της γλωσσικής διδασκαλίας. Θα μπορούσε δε να μετρηθούν οι
γλωσσικές δεξιότητες και η στάση των μαθητών απέναντι στο μάθημα πριν και μετά
την διεξαγωγή του προγράμματος τόσο σε επίπεδο Αρχαίας όσο και Νέας Ελληνικής,
αν και προαναφέρθηκε η ενότητα των φάσεων της γλώσσας.
Επισημαίνουμε, τέλος, την απόλυτη ανάγκη στην παρούσα ιστορική συγκυρία
μιας γενικευμένης πνευματικής κρίσης στην χώρα μας, ενδελεχέστατης και σοβαρότατης προσέγγισης, μελέτης και
προαγωγής του γλωσσικού και όχι μόνο πολιτισμού μας, χωρίς ιδεοληπτικές
προσεγγίσεις ένθεν κακείθεν. Η αρχαία ελληνική γλώσσα, η γλώσσα της φιλοσοφικής
σκέψης και του κριτικού πνεύματος, η γλώσσα της ιλιγγιώδους ποιητικής ομορφιάς,
η γλώσσα της λακωνικότητας, της ακρίβειας , της λεπτής διαφοροποίησης των
εννοιών και της πολυπλοκότητας της σκέψης κατανοούμε ότι ενδεχομένως «δυσκολεύει» την προιούσα πνευματική
αδρανοποίηση του ανθρώπου αλλά και την αλωμένη γενέτειρά της. Οι πυλώνες όμως
της συλλογικής ταυτότητάς μας όπως η γλώσσα αποτελούν εν δυνάμει «μοχλούς»
εξόδου μας από την όποια κρίση, αρκεί να τύχουν του αρμόζοντος σεβασμού και της
πλέον μεθοδικής και επιστημονικής αξιοποιήσεως. Σε πρόσφατο συνέδριο για την
ελληνική γλώσσα, αναφέρθηκε πως οι αμφίβολες παρεμβάσεις, από ελληνικής
πλευράς, στο «σώμα» της ελληνικής γλώσσας πρέπει να σταματήσουν, καθότι δεν
αποτελεί αποκλειστική ιδιοκτησία των Ελλήνων αλλά κτήμα της ανθρωπότητας. Με
αυτό το πνεύμα αν αντιμετωπίσουμε την γλώσσα και τον πολιτισμό μας, πιστεύουμε
πως δεν θα αστοχήσουμε και στις όποιες επιτελικές επιλογές μας.
Με τον αρμόζοντα σεβασμό,
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου