ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΣΕ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ-ΘΡΑΚΗ(1941-1944)
Σε μια ιδέα των Ολυμπίας Κανέλλου και Μαριαλένας Κατσανέβα.
Σε μια ιδέα των Ολυμπίας Κανέλλου και Μαριαλένας Κατσανέβα.
«Να μας κλέψουν και την μνήμη…»
Πρόσωπα: Μάνα,
Πατέρας, Γιαγιά, 3 παιδιά, Δασκάλα, Νεαρός
Εσωτερικό. Ένα τραπέζι, καρέκλες. Μια όρθια κρεμάστρα
ρούχων. Η γιαγιά κάθεται και πλέκει. Τραγουδά αργά. Η μητέρα, όρθια, τακτοποιεί
το τραπέζι,
Μπαίνουν τα παιδιά τρέχοντας.
Κατερίνα: Μάνα,
μάνα! Έκλεισε το σχολείο!
Αγγελική: Μάνα,
μας πέταξαν έξω!
Μάνα: Σωπάτε,
ξέρω! Ξέρω…
Λυδία: Μάνα,
πεινάω! Θα μας δώσουν φαί λέει όταν ξανανοίξει!
Μάνα: Σωπάτε τώρα
και καθίστε χάμω να φάτε! Να, έχω ψωμί, είδατε, έβρασα κι ωραία χορταράκια!
Κάτσε εσύ, να σε βάλω φαγητό!
Κατερίνα: Φαγητό
το λες αυτό, καλέ μάνα; Αυτό δεν τρώγεται!..
Λυδία: Αυτό είναι… μαύρη λάσπη!
Αγγελική: Δεν το
θέλω! Δεν το τρώω!
Γιαγιά: Σους!
Σους! Σωπάτε! Να λέτε Δόξα τω Θεώ που το’ χουμε κι αυτό! Καθείστε τώρα να φάμε!
Εμείς έχουμε και μια μπουκιά να βάλουμε στο στόμα μας! Δεν είδατε, η Αγγέλα της
Πικιώναινας…
Έρχεται η δασκάλα.
Μάνα: Καλώς την!
Καλώς τη δασκάλα μας! Έλα κυρα-Καλλιόπη, κόπιασε, να φάμε! Ό, τι έχουμε, το
βρισκούμενο. Κάθησε!
Δασκάλα: Καλημέρα
Βασιλική! Γεια σας, παιδιά μου!(Κάθεται). Σου τα πρόφτασαν τα παιδιά, Βασιλική,
τα μαντάτα;
Μάνα: Τα ξέρω,
κυρα-Καλλιόπη! Τα ξέρω από ψες… Μου τα πρόφτασε ο κυρ-Ασημάκης. Μα τα σχολεία
θ’ αφήνανε, κυρα-δασκάλα; Εδώ γκρεμίσανε τα πάντα! Τον άντρα μου, του ξηλώσανε
την επιγραφή στο μαγαζί και του δώσανε διορία τρεις μέρες να βάλει άλλη στα
βουλγάρικα και να πάρει σέμπρο Βούλγαρο. Αλλιώς θα τόνε ρίξουνε μέσα, είπανε.
Ντουρντουβάκι θα τόνε πάνε. Σχολεία θ’ αφήνανε;
Δασκάλα: (Αναστενάζει). Δεν το μπορώ, Βασιλική.
Δεν τ’ αντέχει η καρδιά μου να βλέπω το σχολείο μας κλειστό. Να γυρνάνε μοναχά
τα παιδιά, στους δρόμους. Περνάω απ’ έξω και κλαίω…
Λυδία: Θα
ξανανοίξει, κυρία Καλλιόπη, μη στεναχωριέστε!
Κατερίνα: Ναι, θα
ξανανοίξει, αλλά…
Αγγελική: Χωρίς
εσάς…
(Σιωπή)
Γιαγιά: (κουνά το κεφάλι). Αχ κατακαημένη πατρίδα,
αλλοίμονο, τι σου’ μελλε να πάθεις!...(Αναστενάζει.
Τραγουδά αργόσυρτα ένα μοιρολόι).
Κατερίνα: Μάνα,
ξέρεις; Μας είπανε πως, σαν ξανανοίξει το σχολείο, θα’ ναι βουλγάρικο!
Μάνα: Βουλγάρικο;;;
Δασκάλα: (κουνά το κεφάλι). Ναι, Βασιλική! Θα τ’
ανοίξουνε λέει ξανά την άλλη βδομάδα. Φέρανε και τη δασκάλα τη Βουλγάρα. Μαθήματα
βουλγάρικα, η γλώσσα, η ιστορία η δικιά τους. Πάει, χαθήκανε όλα!..
Αγγελική: Θα μας
δίνουν φαγητό, κυρα-δασκάλα! Είπαν θα μας δίνουνε και γλυκό!
Γιαγιά:
(Σκουπίζει τα μάτια της). Αχ, κακόμοιρα! Ποιος να τό’ λεγε που θα μας
καταντούσαν έτσι!..
Λυδία: Και μπορεί και κουπόνια, μάνα, για τρόφιμα!
Δασκάλα: (Χαμογελά πικρά). Ναι! Κουπόνια,
τρόφιμα, γλυκά! Όλα για να πάρουν μαζί τους τα Ελληνόπουλα! Να τ’ αναγκάσουν να
πάνε μόνα τους στο στόμα του λύκου!
Κατερίνα: Μα
γιατί, κυρα-Καλλιόπη; Κακό είναι; Αφού πεινάμε! Κακό είναι να μας δώσουν φαγητό;
Δασκάλα: Όχι,
Κατερίνα μου. Δεν είναι κακό το φαγητό. Κακιά και μαύρη είναι η ώρα που
σκλαβώθηκε η πατρίδα μας στα χέρια τους. Τη Μακεδονία μας την είχανε από παλιά
στο μάτι, δυο φορές την αρπάξανε και δυο φορές τους ξέφυγε μέσα απ’ τα χέρια
τους. Δε θα χάνανε την ευκαιρία, τώρα με τους Γερμαναράδες. Ο λύκος στην
αναμπουμπούλα χαίρεται!
Μάνα: Μ’ αυτούς,
κυρα-Καλλιόπη μου, δεν τους αρκεί που μας σκλαβώσανε, που παίρνουνε τη μπουκιά
μέσα απ’ το στόμα μας, που μας επνίξανε στο αίμα! Θέλουν να μας κάνουν να
ξεχάσουμε ποιοι είμαστε. Να πάψουμε να είμαστε Έλληνες! Να γενούμε Βουλγάροι με
το ζόρι! Ποιος Θεός το θέλει αυτό;
Δασκάλα: (Κουνά συλλογισμένη το κεφάλι). Έτσι
είναι Βασιλική! Έτσι είναι!(Κάνει μικρή
παύση). (Σαν να παίρνει ξαφνικά
κουράγιο). Αλλά κι εμείς όμως, ας μην το βάλουμε κάτω. Ό, τι μπορούμε ας
κάμουμε, εδώ, μες στα σπίτια μας. Μην αφήσουμε τα παιδιά μας χωρίς τον λόγο τον
καλό, χωρίς το τροπάρι, χωρίς την ιστορία που ξέρουμε, που μας την είπε και μας
η μάνα μας! Ν’ αναστήσουμε το σχολειό μας, εδώ μες στα σπίτια μας!
Γιαγιά: Να σ’
έχει η Παναγιά καλά, κόρη μου! Αλήθεια, εδώ μέσα είν’ το σχολειό, μες στις
καρδιές μας!(Δείχνει το στήθος της).
Όλα μας τα πήρανε, τούτη δω δε θα μας την πάρουνε. Κι όσο ζει αυτἠ, ζει κι η
πατρίδα! (Κάνει το σταυρό της σκυφτή).
Μπαίνει ο πατέρας
σκυφτός.
Μάνα: Καλώς τον
Δημητρό! Έλα Δημήτρη μου, κάτσε να σου βάλω φαί!
Πατέρας: (Έρχεται
κοντά στην δασκάλα). Γεια σου, κυρα Καλλιόπη.
Δασκάλα: Γεια σου
και σένα, κυρ— Δημήτρη μου! Τι έχεις; Γιατί σε βλέπω βαργωμισμένο;
Πατέρας:Tί να’ χω κυρα-Καλλιόπη.
Φτώχεια, πείνα κι ο Βούλγαρος στο λαιμό μας. Να μιλήσουμε ελληνικά μπορούμε
πουθενά;
Μάνα: Της τα’
λεγα Δημητρό μου, με την επιγραφή και το συνεταίρο που σου φορτώσανε, πανάθεμά
τους!
Πατέρας: (Πίνει
ένα ποτήρι κρασί). Δεν είναι μόνο αυτά, Βασιλική. Είναι κι άλλα, τελευταία.
Σημερνά.
Δασκάλα: Τι είναι
κυρ-Δημήτρη;
Πατέρας: Σήμερα
το πρωί βγάλανε διαταγή να πάμε όλοι λέει στα μνήματα.
Μάνα: Στα μνήματα;
Θεός φυλάξοι! Να κάμουμε τι στα μνήματα, Δημητρό μου;
Πατέρας: (Ξεφυσά). Θέλουνε ν’ αλλάξουμε τα ονόματά
μας στους τάφους μας τους πατρογονικούς!
(Η γιαγιά μοιρολογεί).
Μάνα: Χριστός και
Παναγία! Και τι ονόματα να βάλουμε;
Πατέρας: Να
φκιάσουμε λέει τα ονόματα των αποθαμένων μας βουλγάρικα! Κι ύστερα…
Δασκάλα: Ύστερα
τί;
Πατέρας: Ύστερα,
ν’ αδειάσουμε τους τάφους, να βγάλουμε έξω τα λείψανα, για να τους κάμουμε χώρο
λέει, να βάζουν τους δικούς τους.
(Σιωπή. Η γιαγιά
μοιρολογεί).
Δασκάλα:
Κυρα-Βασιλική, κυρ-Δημήτρη, τα βλέπετε. Δεν τους αρκεί να μας πεθάνουν απ’ την
πείνα. Δεν τους αρκεί να μας αφήσουν αγράμματους. Θέλουν να εξαφανίσουν και
τους νεκρούς μας. Να μας κλέψουν και την μνήμη. Δεν σας είπα; Γι’ αυτό κλείσαν
τα σχολεία τα ελληνικά.
(Τρέχοντας, έρχονται
δυο νεαροί απ’ έξω. Φωνάζουν).
-Τρέξτε! Γρήγορα! Κρυφτείτε!
-Σφαγή μεγάλη στο Δοξάτο!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου